Tuesday, April 16, 2013

Για μια δίκη παρωδία και μια απόφαση πολιτικής σκοπιμότητας


Για μια δίκη παρωδία και μια απόφαση πολιτικής σκοπιμότητας

Την Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013 είχε οριστεί η δίκη για την πρώτη εισβολή των αστυνομικών δυνάμεων στην κατάληψη Πατησίων 61 και Σκαραμαγκά και τη σύλληψη ενός συντρόφου, που είχε πραγματοποιηθεί στις 29 Ιουλίου 2011. Εκείνη την ημέρα είχε εκτελεστεί η μήνυση, που είχε καταθέσει η διοίκηση του ΝΑΤ (ιδιοκτήτης του κτιρίου) την επόμενη της πραγματοποίησης της κατάληψης (19/3/2009) και επικύρωσε ο τότε πρόεδρος του ταμείου Χρ. Φωτίου. Κατά την εισβολή κατασχέθηκαν 15 υπολογιστές και οι σημαίες της κατάληψης. Στο σύντροφο αποδόθηκαν οι κατηγορίες της διατάραξης οικιακής ειρήνης, της οπλοφορίας (για τις σημαίες της κατάληψης) και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος (για τους –υποτίθεται κλεμμένους- υπολογιστές του εργαστηρίου πληροφορικής).
Η απόφαση του κατηγορούμενου συντρόφου και της συνέλευσης της κατάληψης ήταν να ζητηθεί αναβολή και η δίκη να διεξαχθεί σε ένα ύστερο χρονικό σημείο, λόγω και της απουσίας της συνηγόρου εξαιτίας της αγόρευσής της, την ίδια μέρα ως συνήγορος υπεράσπισης στη δίκη για την υπόθεση του επαναστατικού αγώνα. Σε αυτό το σημείο ξεκινάει το θέατρο του δικαστικού παραλόγου, με πρωταγωνιστές πρόεδρο και τον εισαγγελέα, που απέρριψαν το αίτημα για αναβολή, προσπερνώντας τη δικαστική δεοντολογία και επέλεξαν να ξεκινήσουν τη δίκη χωρίς νομική υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο.  Η απόλυτη επιθετικότητα από την πλευρά της έδρας συνεχίστηκε μέσω της απόρριψης αποιουδήποτε αιτήματος από την πλευρά της κατάληψης, είτε αυτό αφορούσε τη διακοπή (και όχι την αναβολή της διαδικασίας, έτσι ώστε να συνεχίσει σε άμεση επόμενη ημερομηνία), είτε αφορούσε την κλήση των εισβολέων μπάτσων ως μαρτύρων με ιδιαίτερη σημασία για τη δίκη, είτε εν τέλει ζητούσε την παρουσία τριών μαρτύρων υπεράσπισης, τη στιγμή, που το δικαστήριο δεχόταν μόνο δύο.
Εν μέσω λοιπόν μιας fast-track εκκίνησης της δίκης και απόρριψης κάθε αιτήματος, παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες κατηγορίες  δύο υπάλληλοι του ΝΑΤ, οι οποίοι παραδέχτηκαν οτι ουδεμία σχέση με το κτίριο είχαν παλιότερα και κλήθηκαν από τον απελθόντα πρόεδρο Φωτίου να έλθουν σε συνεννόηση με την αστυνομία και να παραλάβουν τα κλειδιά του κτιρίου, ύστερα από την εκκένωσή του. Μέσα στην τοποθέτησή τους φάνηκε η έλλειψη οποιουδήποτε ενδιαφέροντος από την πλευρά του ΝΑΤ για το συγκεκριμένο κτίριο, πέρα από την υποστήριξη της κατασταλτικής κίνησης, μιας και ως εργαζόμενοι στον τομέα τεχνικών υπηρεσιών του ταμείου δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ, ούτε με τον καθαρισμό του, ούτε με τυχόν επιδιόρθωση (στις ζημιές του) ή κάποια τυχόν  αξιοποίησή του τα δέκα χρόνια, που είχε αφεθεί στην ερήμωση, πριν πραγματοποιηθεί η κατάληψη το Μάρτη του 2009. Ενδεικτική της φαιδρότητας των κατηγορίων ήταν η αποστροφή του ενός μάρτυρα, στη διάρκεια της κατάθεσής του, οτι για το λίγο χρόνο, που περιηγήθηκε στο κτίριο, δεν του φάνηκε τίποτα επιλήψιμο, ενώ ταυτόχρονα είχε υπάρξει από τους καταληψίες φροντίδα και αξιοποίηση του χώρου.
Στη συνέχεια ακολούθησαν οι καταθέσεις των δύο μαρτύρων υπεράσπισης (ένας σύντροφος από τη συνέλευση της πλατείας Βικτωρίας και ένας σύντροφος από την κατάληψη Πατησίων 61 και Σκαραμαγκά), εν μέσω προκλητικών διακοπών από την πλευρά της έδρας και αντιπαραθέσεων σε σχέση με τα περιεχόμενα των καταθέσεων. Μέσα από αυτές αναδείχτηκαν η ιστορικότητα της κατάληψης ως απότοκο των εξεγερσιακών γεγονότων του Δεκέμβρη 2008, ο πλούτος των εγχειρημάτων, που στεγάζονταν στο κτίριο και η πολυμορφία και ποικιλομορφία των δραστηριοτήτων, που αναπτύσσονταν στην κατάληψη (από τα εργαστήρια και τις υποδομές μέχρι τις εκδηλώσεις και τις προβολές), η συμμετοχή της κατάληψης σε πλήθος κοινωνικών αγώνων, η διασύνδεσή της με τις διεργασίες της γειτονιάς και η παρέμβασή της σε  ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος και οι σχέσεις αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού, που είχαν αναπτυχθεί με τους γείτονες. Παράλληλα αποδομήθηκε πλήρως το κατηγορητήριο, μέσω της κατάθεσης οτι όλος ο «εξοπλισμός» της κατάληψης (που αφορούσε τον εμπλουτισμό των εργαστηρίων και της βιβλιοθήκης, με βιβλία, υπολογιστές, εργαλεία, ήδη οικιακής χρήσης κτλ) καθώς και οι εργασίες υποστήριξης του κτιρίου βασίστηκαν στην αποκλειστική συνδρομή δεκάδων συντρόφων και συντροφισσών, ενώ οι σημαίες αποτελούσαν τα διακριτά σύμβολα των κοινωνικών/ταξικών αγώνων και του αναρχικού αντιεξουσιαστικού κινήματος.
Η διαδικασία συνεχίστηκε με την απολογία του κατηγορούμενου συντρόφου, κατά τη διάρκεια της οποίας είχαμε άλλο ένα «πραξικόπημα» από την πλευρά της έδρας μιας και καταστρατηγήθηκε ακόμα και αυτό το «ιερό» για τον αστικό νομικό «πολιτισμό» δικαίωμα της απολογίας του κατηγορούμενου χωρίς παρεμβάσεις. Στη διάρκεια της «απολογίας» του ο σύντροφος αντέκρουσε από την πλευρά του τις κατηγορίες και υπερασπίστηκε πολιτικά τη συμμετοχή του στην κατάληψη και τις δραστηριότητες της και ανέδειξε την κεντρική κρατική επιλογή της καταστολής των καταλήψεων, των αυτοοργανωμένων εγχειρημάτων και των ακηδεμόνευτων κοινωνικών και ταξικών αγώνων. Η δίκη ολοκληρώθηκε με την έδρα να απαλάσσει το σύντροφο από την κατηγορία της διατάραξης και της οπλοφορίας και να τον καταδικάζει σε 18 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή για την κατηγορία της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, δεχόμενη ως θέσφατη την αναγνωστέα κατάθεση των μπάτσων οτι εκείνη την περίοδο είχαν πραγματοποιηθεί κλοπές σε καταστήματα υπολογιστών και μάλλον οι υπολογιστές, που κατασχέθηκαν, προέρχονται από τέτοιες ενέργειες. Η κωμικοτραγική αυτή απόφαση, πέρα του να επιβεβαιώνει την υπαγωγή του δικαιϊκού συστήματος στον ευρύτερο κρατικό πολοτισμό έκτακτης ανάγκης, όπου ο κατηγορούμενος οφείλει να αποδείξει αυτός την αθωότητά του αντι να συμβαίνει το αντίθετο, «διανθίστηκε» από την απόφαση του προέδρου (σε σύμπλευση με τον εισαγγελέα) να δημευτούν οι υπολογιστές, τη στιγμή, που αποδέχτηκε την κατηγορία της κλοπής (άρα οι υπολογιστές είχαν ιδιοκτήτη) αντί να διατάξει την επιστροφή στον υποτιθέμενο νόμιμο ιδιοκτήτη τους. Στην απόφαση κατατέθηκε έφεση.
Η συγκεκριμένη δίκη πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο στοχοποίησης και καταστολής των καταλήψεων και βάναυσης επιθετικότητας από την πλευρά του κράτους σε κάθε  κοινωνικό κομμάτι, που αντιστέκεται στις κυριαρχικές επιλογές.  Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον η δικαστική εξουσία δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να παρεκκλίνει από τις βασικές κατευθύνσεις του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και για αυτό το λόγο καταδίκασε το σύντροφο με μια αστεία και αναπόδεικτη κατηγορία. Η σκοπιμότητα της απόφασης έγκειται στην απόλυτη σύμπλευση των εξουσιών, στην κατεύθυνση της επιβολής μια ολοκληρωτικής συνθήκης και στην εκπομπή ενός μηνύματος κοινωνικού εκφοβισμού, προς κάθε καταπιεσμένο/ή και αγωνιζόμενο/-η. Παρόλαυτά καμία δικαστική απόφαση δε μας πτοεί και δε μας φοβίζει. Θα συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε με πυξίδα την αλληλεγγύη, την αυτοοργάνωση και την αντίσταση, απέναντι σε κάθε κοινωνικό διαχωρισμό, με προοπτική την κοινωνική απελευθέρωση.

Κατάληψη Πατησίων 61 και Σκαραμαγκά

Υ.Γ. Ευχαριστούμε τους/τις αλληλέγγυους/-ες συντρόφους/-ισσες, που προσέτρεξαν στο δικαστήριο όταν έγινε γνωστό οτι θα πραγματοποιηθεί η δίκη με τόσο δυσμενείς όρους και υποστήριξαν την κατάληψη και το διωκόμενο σύντροφο 

αναδημοσίευση από http://pat61.squat.gr/